πολυκαιρινός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυκαιρινός < πολύς + καιρός + -ινός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολυκαιρινός, -ή, -ό

  1. που έχει μεγάλη διάρκεια
    Kάτω από τ’ ασπρόμαλλα εκείνα μέτωπα, που εταπείνωσεν ο πολυκαιρινός εξευτελισμός· (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος)
  2. παλιός, φθαρμένος


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]