πολυπρόσωπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυπρόσωπος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολυπρόσωπος, -η, -ο

  1. που αποτελείται από πολλά πρόσωπα
    πολυπρόσωπη αντιπροσωπεία
  2. που εμφανίζεται με διάφορες όψεις
    πολυπρόσωπη ασθένεια


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]