πολυσύχναστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολυσύχναστος πολυσύχναστη πολυσύχναστο
γενική πολυσύχναστου πολυσύχναστης πολυσύχναστου
αιτιατική πολυσύχναστο πολυσύχναστη πολυσύχναστο
κλητική πολυσύχναστε πολυσύχναστη πολυσύχναστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολυσύχναστοι πολυσύχναστες πολυσύχναστα
γενική πολυσύχναστων πολυσύχναστων πολυσύχναστων
αιτιατική πολυσύχναστους πολυσύχναστες πολυσύχναστα
κλητική πολυσύχναστοι πολυσύχναστες πολυσύχναστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυσύχναστος < πολύς + συχνάζω (Η λέξη μαρτυρείται από το 1844)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.li.ˈsi.xna.stɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /pɔ.li.ˈsi.xna.sti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /pɔ.li.ˈsi.xna.stɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολυσύχναστος, -η, -ο

  • που τον συχνάζει πολύς κόσμος
    πολυσύχναστη παραλία
    πολυσύχναστο μονοπάτι

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]