πολυφαρμακία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυφαρμακία πολυφαρμακίες
γενική πολυφαρμακίας πολυφαρμακιών
αιτιατική πολυφαρμακία πολυφαρμακίες
κλητική πολυφαρμακία πολυφαρμακίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυφαρμακία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική polypharmacie

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυφαρμακία θηλυκό

  1. η ύπαρξη πολλών φαρμάκων που συμβάλλουν στην ίδια θεραπεία
  2. η υπερβολική κατανάλωση φαρμάκων


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]