πολυχρονεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολυχρονεμένος πολυχρονεμένη πολυχρονεμένο
γενική πολυχρονεμένου πολυχρονεμένης πολυχρονεμένου
αιτιατική πολυχρονεμένο πολυχρονεμένη πολυχρονεμένο
κλητική πολυχρονεμένε πολυχρονεμένη πολυχρονεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολυχρονεμένοι πολυχρονεμένες πολυχρονεμένα
γενική πολυχρονεμένων πολυχρονεμένων πολυχρονεμένων
αιτιατική πολυχρονεμένους πολυχρονεμένες πολυχρονεμένα
κλητική πολυχρονεμένοι πολυχρονεμένες πολυχρονεμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυχρονεμένος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πολυχρονεμένος, -η, -ο

  1. που έχει ζήσει πολλά χρόνια
  2. στον οποίο εύχομαι να ζήσει πολλά χρόνια

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Ως προσφώνηση, η λέξη έχει συνδυαστεί κυρίως με Οθωμανούς αξιωματούχους
    Πολυχρονεμένε μας πασά!


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]