πολωνέζικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολωνέζικος πολωνέζικη πολωνέζικο
γενική πολωνέζικου πολωνέζικης πολωνέζικου
αιτιατική πολωνέζικο πολωνέζικη πολωνέζικο
κλητική πολωνέζικε πολωνέζικη πολωνέζικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολωνέζικοι πολωνέζικες πολωνέζικα
γενική πολωνέζικων πολωνέζικων πολωνέζικων
αιτιατική πολωνέζικους πολωνέζικες πολωνέζικα
κλητική πολωνέζικοι πολωνέζικες πολωνέζικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολωνέζικος < Πολωνέζος + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολωνέζικος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: πολωνικός