πολωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολωτικός πολωτική πολωτικό
γενική πολωτικού πολωτικής πολωτικού
αιτιατική πολωτικό πολωτική πολωτικό
κλητική πολωτικέ πολωτική πολωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολωτικοί πολωτικές πολωτικά
γενική πολωτικών πολωτικών πολωτικών
αιτιατική πολωτικούς πολωτικές πολωτικά
κλητική πολωτικοί πολωτικές πολωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολωτικός < πόλωση + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολωτικός

  • που έχει σχέση με την πόλωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]