πολύμητις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | πολύμητις | οἱ/αἱ | πολύμητιες |
| γενική | τοῦ/τῆς | πολύμητιος | τῶν | πολυμητίων |
| δοτική | τῷ/τῇ | πολύμητιῐ | τοῖς/ταῖς | πολύμητιῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν/τὴν | πολύμητιν | τοὺς/τὰς | πολύμητιᾰς |
| κλητική ὦ! | πολύμητι & πολύμητις |
πολύμητιες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πολύμητιε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | πολυμητίοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'λάτρις' όπως «λάτρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /po.lý.mɛː.tis/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐λύ‐μη‐τις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πολύμητις, -ιος αρσενικό ή θηλυκό (επικός, στον Όμηρο)
- αυτός που σκέφτεται πολλά και συνεπώς έχει πολλή φρόνηση· πολύ συνετός, πολυμήχανος προσωνυμία του Οδυσσέως και του Ηφαίστου
Σημειώσεις
[επεξεργασία]Σχεδόν πάντα για τον Οδυσσέα, άπαξ για τον Ήφαιστο.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πολύμητις - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πολύμητις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'λάτρις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λάτρις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λάτρις' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα πολύ- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επικοί τύποι
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)