πολύτεκνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολύτεκνος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

πολύτεκνος, -η, -ο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολύτεκνος αρσενικό

  • γονιός τριών ή περισσότερων παιδιών


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]