πολύτιμος

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από πολύτιμο)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολύτιμος πολύτιμη πολύτιμο
γενική πολύτιμου πολύτιμης πολύτιμου
αιτιατική πολύτιμο πολύτιμη πολύτιμο
κλητική πολύτιμε πολύτιμη πολύτιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολύτιμοι πολύτιμες πολύτιμα
γενική πολύτιμων πολύτιμων πολύτιμων
αιτιατική πολύτιμους πολύτιμες πολύτιμα
κλητική πολύτιμοι πολύτιμες πολύτιμα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολύτιμος < ελληνιστική κοινή πολύτιμος. Συγχρονικά αναλύεται σε πολύ- + τιμ(ή) + -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

πολύτιμος

  1. που έχει μεγάλη αξία
    το πιο πολύτιμο μέταλλο
  2. (μεταφορικά, για πράγματα) πολύ χρήσιμος, πολύ ωφέλιμος
    έκανε μια πολύτιμη ανακάλυψη
  3. γενικά, κάθε τι που μας είναι ακριβό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]