πολύτιμος
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από πολύτιμο)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολύτιμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολύτιμος. Συγχρονικά αναλύεται σε πολύ- + τιμ(ή) + -ος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /poˈli.ti.mos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐λύ‐τι‐μος
- παρώνυμο: πολύτομος
Επίθετο
[επεξεργασία]πολύτιμος, -η, -ο
- που έχει μεγάλη αξία
- ※ Το μάθημα αποτελεί εισαγωγή στη Γεμολογία, η οποία συγκαταλέγεται στις Γεωεπιστήμες και θεωρείται κλάδος της ορυκτολογίας. Ασχολείται με την αναγνώριση και πιστοποίηση της αυθεντικότητας ενός πολύτιμου λίθου, καθώς και με την αναγνώριση επεξεργασιών βελτίωσης που έχει υποστεί ένας πολύτιμος λίθος (Γεμολογία, Σχολή Μεταλλειολόγων - Μεταλλουργών Μηχανικών, ανακτήθηκε στις 1/10/2025 )
το πιο πολύτιμο μέταλλο είναι ο χρυσός
- (μεταφορικά, για πράγματα) πολύ χρήσιμος, πολύ ωφέλιμος
έκανε μια πολύτιμη ανακάλυψη
- γενικά, για κάθε τι που μας είναι ακριβό ή πολυαγαπημένο
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πολύτιμος
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία](ελληνιστική κοινή) → ζητούμενο λήμμα
Πηγές
[επεξεργασία]- πολύτιμος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πολύτιμος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα πολύ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)