πολύτροπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολύτροπος < αρχαία ελληνική πολύτροπος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολύτροπος

  1. ο κατά πολλούς τρόπους
  2. ο εύστροφος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • αμφίτροπος (αυτός που δύναται να προσεγγιστεί [συνήθως] με δύο τρόπους, πχ δακτυλισμός, επίλυση κτλ.)

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολύτροπος < πολύς + τρέπω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολύτροπος, -ος, -ον
  1. αυτός που τρέπεται σε πολλά μέρη, ή στρέφεται σε πολλές διευθύνσεις
  2. ο πολυπλάνητος, ο πολυγυρισμένος
  3. ο κατά νου εύστροφος, ο δόλιος, ο πανούργος, ο ευμετάβλητος
  4. ο ποικίλος, ο πολλαπλούς

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]