πολύχρονος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πολυχρόνιος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολύχρονος πολύχρονη πολύχρονο
γενική πολύχρονου πολύχρονης πολύχρονου
αιτιατική πολύχρονο πολύχρονη πολύχρονο
κλητική πολύχρονε πολύχρονη πολύχρονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολύχρονοι πολύχρονες πολύχρονα
γενική πολύχρονων πολύχρονων πολύχρονων
αιτιατική πολύχρονους πολύχρονες πολύχρονα
κλητική πολύχρονοι πολύχρονες πολύχρονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολύχρονος < ελληνιστική κοινή πολύχρονος < αρχαία ελληνική πολυχρόνιος < πολύς + χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολύχρονος, -η, -ο

  1. που διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα ή έχει ζήσει πολλά χρόνια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μακροχρόνιος, πολυχρόνιος
  2. (επιφωνηματικά) ευχή για μακροχρόνια διαβίωση, που λέγεται συνήθως σε γενέθλια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]