πομπεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πομπεύω < αρχαία ελληνική πομπεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

πομπεύω (παθητική φωνή: πομπεύομαι)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) =[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πομπεύω < πομπή

Ρήμα[επεξεργασία]

πομπεύω

  1. οδηγώ μια πομπή
  2. συνοδεύω μια πομπή
  3. κατηγορώ, διαπομπεύω (ελληνιστική έννοια)