πομφός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πομφός πομφοί
γενική πομφού πομφών
αιτιατική πομφό πομφούς
κλητική πομφέ πομφοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πομφός < αρχαία ελληνική πομφός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔɱ.ˈfɔs//

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πομφός αρσενικό

  1. φουσκάλα, φλύκταινα, πομφόλυγα
  2. (ιατρική) τύπος βλατίδας ή πλάκας που προκαλείται από παροδικό οίδημα δέρματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πομφός πομφώ πομφοί
Γενική πομφοῦ πομφοῖν πομφῶν
Δοτική πομφ πομφοῖν πομφοῖς
Αιτιατική πομφόν πομφώ πομφούς
Κλητική πομφέ πομφώ πομφοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πομφός < Συγγενές με πομφόλυξ, πομφολύζω. Πιθανόν σχετικό με τη λέξη ἡ πέμφιξ, τῆς πέμφῑγος (ριπή, πνοή, φυσαλίδα) → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πομφός αρσενικό

  1. (ιατρική) φουσκάλα, φλύκταινα
    καταπίμπλαται πομφών: γεμίζει πομφούς (Ιπποκράτης (460‑377 π.Κ.Ε.), De Morbis, Lib. II.)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]