πονήρευμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πονήρεμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονήρευμα < αρχαία ελληνική πονήρευμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πονήρευμα ουδέτερο

  1. η απάτη, η πονηριά, το κόλπο, αυτό που κάποιος πονηρά σκαρφίστηκε
  2. το πονήρεμα, η διαδικασία του να γίνεται κάποιος πονηρός, το να πονηρεύει



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονήρευμα < πονηρεύομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πονήρευμα ουδέτερο

ὄντας Ἀθηναίους τὰ τοῦ Πέρσου πονηρεύματα μιμεῖσθα.