πονηρεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονηρεύομαι < αρχαία ελληνική πονηρεύομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

πονηρεύομαι

  1. υποψιάζομαι, μου μπαίνουν σκέψεις στο μυαλό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονηρεύομαι < πονηρός

Ρήμα[επεξεργασία]

πονηρεύομαι

  1. είμαι σε κακή κατάσταση, κάτι δεν πάει καλά
    πονηρευόμενα ἕλκη  : πληγές που κακοφορμίζουν
  2. συμπεριφέρομαι δόλια, απατηλά, εξαπατώ, συχνά και για σοβαρότερο δόλο, βάζω κακή σκέψη στο μυαλό μου, θέλω να βλάψω κάποιον, να τον σκοτώσω