πονοψυχιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πονοψυχιά οι πονοψυχιές
      γενική της πονοψυχιάς των πονοψυχιών
    αιτιατική την πονοψυχιά τις πονοψυχιές
     κλητική πονοψυχιά πονοψυχιές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονοψυχιά < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πονοψυχιά θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]