ποντάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποντάρω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

ποντάρω

  1. στοιχηματίζω
  2. (κατ' επέκταση) (μεταφορικά) βασίζομαι, στηρίζομαι, υπολογίζω
  3. δημιουργώ σημάδια με τη χρήση πόντας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]