ποντισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποντισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ποντίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]ποντισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ποντίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ποντισμένος
|
|