ποπκόρν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποπκόρν ουδέτερο άκλιτο
- σνακ από σπόρους καλαμποκιού που φουσκώνουν μετά από ψήσιμο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ποπ κορν στη Βικιπαίδεια
