πορτμπαγκάζ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ανοιχτό πορτμπαγκάζ (1)

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πορτμπαγκάζ < γαλλική porte-bagages

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πορτμπαγκάζ ουδέτερο άκλιτο

  • ο χώρος του αυτοκινήτου στον οποίο αποθηκεύουμε οτιδήποτε θέλουμε να μεταφέρουμε


Μεταφράσεις[επεξεργασία]