πορτοκαλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορτοκαλιά πορτοκαλιές
γενική πορτοκαλιάς πορτοκαλιών
αιτιατική πορτοκαλιά πορτοκαλιές
κλητική πορτοκαλιά πορτοκαλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πορτοκαλιά < πορτοκαλέα < πορτοκάλιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɔɾ.tɔ.ka.ˈʎa/
άνθη και καρποί πορτοκαλιάς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πορτοκαλιά θηλυκό

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: πορτοκάλι

32πχ Μεταφράσεις[]