πορτοπαράθυρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορτοπαράθυρο πορτοπαράθυρα
γενική πορτοπαραθύρου πορτοπαραθύρων
αιτιατική πορτοπαράθυρο πορτοπαράθυρα
κλητική πορτοπαράθυρο πορτοπαράθυρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

το πορτοπαράθυρο (el) ουδέτερο

  1. οι πόρτες και τα παράθυρα μαζί
  2. μπαλκονόπορτα ή παραθυρόφυλλο, -α ειδικά σε δωμάτιο ή σπίτι που δεν έχει παράθυρα κι έχει διττό ρόλο