Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποσολογία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποσολογία οι ποσολογίες
      γενική της ποσολογίας των ποσολογιών
    αιτιατική την ποσολογία τις ποσολογίες
     κλητική ποσολογία ποσολογίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποσολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική posologie[1] [2] ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική posology[1] < αρχαία ελληνική πόσος + λέγω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποσολογία θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. 1 2 ποσολογία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. ποσολογία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας