Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποσοστόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ποσοστόν τὰ ποσοστά
      γενική τοῦ ποσοστοῦ τῶν ποσοστῶν
      δοτική τῷ ποσοστ τοῖς ποσοστοῖς
    αιτιατική τὸ ποσοστόν τὰ ποσοστά
     κλητική ! ποσοστόν ποσοστά
2η κλίση, Κατηγορία 'φυτόν' όπως «φυτόν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποσοστόν (μαρτυρείται από το 1897) [1] <  και δείτε τη λέξη ποσοστό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποσοστόν, -οῦ ουδέτερο

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ποσοστόν, σελ.644, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου