ποσταρισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποσταρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ποστάρω
Μετοχή
[επεξεργασία]ποσταρισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ποστάρω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ποσταρισμένος
|
|