Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποσταρισμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ποσταρισμένος η ποσταρισμένη το ποσταρισμένο
      γενική του ποσταρισμένου της ποσταρισμένης του ποσταρισμένου
    αιτιατική τον ποσταρισμένο την ποσταρισμένη το ποσταρισμένο
     κλητική ποσταρισμένε ποσταρισμένη ποσταρισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ποσταρισμένοι οι ποσταρισμένες τα ποσταρισμένα
      γενική των ποσταρισμένων των ποσταρισμένων των ποσταρισμένων
    αιτιατική τους ποσταρισμένους τις ποσταρισμένες τα ποσταρισμένα
     κλητική ποσταρισμένοι ποσταρισμένες ποσταρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποσταρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ποστάρω

Μετοχή

[επεξεργασία]

ποσταρισμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]