ποσότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ποσότης αἱ ποσότητες
      γενική τῆς ποσότητος τῶν ποσοτήτων
      δοτική τῇ ποσότητ ταῖς ποσότησ(ν)
    αιτιατική τὴν ποσότητ τὰς ποσότητᾰς
     κλητική ! ποσότης ποσότητες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ποσότητε
γεν-δοτ τοῖν  ποσοτήτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποσότης < πόσο(ς) + -της

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποσότης, -ητος θηλυκό

  1. ποσότητα
  2. (γραμματική) ποσότητα συλλαβών