ποτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποτίζω < αρχαία ελληνική ποτίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ποτίζω, πρτ.: πότιζα, στ.μέλλ.: θα ποτίσω, αόρ.: πότισα, παθ.φωνή: ποτίζομαι, μτχ.π.π.: ποτισμένος

  1. (μεταβατικό)ρίχνω νερό στο χώμα όπου είναι φυτεμένα κάποια φυτά
    τώρα πού θα λείπω, θα μου ποτίζεις τα λουλούδια μου;
    ξέχασα να ποτίσω αυτή τη γλάστρα και μαράθηκε το λουλούδι
    • αρδεύω
      είχαν εξελιγμένο σύστημα από αυλάκια για να ποτίζουν τα χωράφια τους
  2. (μεταβατικό) δίνω νερό σε ζώα για να πιούν
  3. (μεταβατικό) δίνω νερό ή κρασί σε κάποιον, π.χ. φιλοξενούμενο
    τόσο καιρό τους ταΐζαμε και τους ποτίζαμε και ποιο το ευχαριστώ;
  4. (μεταβατικό) δίνω σε κάποιον κάτι επιβλαβές
    σε πότισα νερό, με πότισες φαρμάκι
  5. (μεταβατικό) εμποτίζω
    έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους (Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη)
  6. (αμετάβατο) εμποτίζομαι, για υγρό που διεισδύει βαθιά σε ένα υλικό και σχηματίζει ένα ορατό σημάδι
    αν σου πέσει κρασί στο μάρμαρο, υπάρχει κίνδυνος να ποτίσει
  7. (μεταβατικό) διαποτίζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποτίζω < πότος


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ποτίζω, μέλλ.: ποτιῶ

  1. δίνω σε κάποιον να πιει
  2. ποτίζω