ποταπός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ποταπός ποταπή ποταπό
γενική ποταπού ποταπής ποταπού
αιτιατική ποταπό ποταπή ποταπό
κλητική ποταπέ ποταπή ποταπό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ποταποί ποταπές ποταπά
γενική ποταπών ποταπών ποταπών
αιτιατική ποταπούς ποταπές ποταπά
κλητική ποταποί ποταπές ποταπά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποταπός < αρχαία ελληνική ποταπός (η σημερινή σημασία καθιερώθηκε στους μεσαιωνικούς χρόνους)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ποταπός ,-ή ,-ό

  1. ηθικά ευτελής, τιποτένιος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πρότυπο:μτφ-Κ.τζελέπης

| width=1% | |bgcolor="#f8f8f8" valign=top align=left width=48%|

|}



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποταπός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

ποταπός