ποταπός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ποταπός | η | ποταπή | το | ποταπό |
| γενική | του | ποταπού | της | ποταπής | του | ποταπού |
| αιτιατική | τον | ποταπό | την | ποταπή | το | ποταπό |
| κλητική | ποταπέ | ποταπή | ποταπό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ποταποί | οι | ποταπές | τα | ποταπά |
| γενική | των | ποταπών | των | ποταπών | των | ποταπών |
| αιτιατική | τους | ποταπούς | τις | ποταπές | τα | ποταπά |
| κλητική | ποταποί | ποταπές | ποταπά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποταπός < αρχαία ελληνική ποταπός (η σημερινή σημασία καθιερώθηκε στους μεσαιωνικούς χρόνους)
Επίθετο
[επεξεργασία]ποταπός ,-ή ,-ό
- ηθικά ευτελής, τιποτένιος, μικρός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ποταπός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ποταπός < → λείπει η ετυμολογία
Αντωνυμία
[επεξεργασία]ποταπός
- δωρικός τύπος του ποδαπός
Πηγές
[επεξεργασία]- ποταπός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.