ποτενσιόμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποτενσιόμετρο ποτενσιόμετρα
γενική ποτενσιομέτρου
& ποτενσιόμετρου
ποτενσιομέτρων
& ποτενσιόμετρων
αιτιατική ποτενσιόμετρο ποτενσιόμετρα
κλητική ποτενσιόμετρο ποτενσιόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποτενσιόμετρο < από το γαλλικό potensiomètre

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποτενσιόμετρο ουδέτερο

  1. αναλογικό ή ηλεκτρονικό εξάρτημα, που χρησιμοποιείται κυρίως για τον έλεγχο της έντασης του ήχου, του τόνου κ.λπ. ενός ηχητικού σήματος
  2. ο ροοστάτης
  3. όργανο μέτρησης της ηλεκτρεγερτικής δύναμης και τάσης


Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]