ποτισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποτισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ποτίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]ποτισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη ποτίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ποτισμένος
|
|