ποτοπωλείο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποτοπωλείο < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποτοπωλείο ουδέτερο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ποτοπωλείο
|
|
ποτοπωλείο ουδέτερο
|
|