Μετάβαση στο περιεχόμενο

πουδραρισμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πουδραρισμένος η πουδραρισμένη το πουδραρισμένο
      γενική του πουδραρισμένου της πουδραρισμένης του πουδραρισμένου
    αιτιατική τον πουδραρισμένο την πουδραρισμένη το πουδραρισμένο
     κλητική πουδραρισμένε πουδραρισμένη πουδραρισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πουδραρισμένοι οι πουδραρισμένες τα πουδραρισμένα
      γενική των πουδραρισμένων των πουδραρισμένων των πουδραρισμένων
    αιτιατική τους πουδραρισμένους τις πουδραρισμένες τα πουδραρισμένα
     κλητική πουδραρισμένοι πουδραρισμένες πουδραρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πουδραρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πουδράρω

Μετοχή

[επεξεργασία]

πουδραρισμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]