πουλάδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουλάδα πουλάδες
γενική πουλάδας πουλάδων
αιτιατική πουλάδα πουλάδες
κλητική πουλάδα πουλάδες
πουλάδα < πουλί + -άδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουλάδα θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) (λαϊκότροπο) κότα νεαρής ηλικίας, θηλυκό κοτόπουλο
  2. (στρατιωτικός όρος) ειδικό σήμα που φορούν οι αλεξιπτωτιστές
  3. (στρατιωτικός όρος) (αργκό) στρατιωτικό καψώνι με το στρώμα κάποιου στρατιώτη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]