πουλάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πουλάκι τα πουλάκια
      γενική
    αιτιατική το πουλάκι τα πουλάκια
     κλητική πουλάκι πουλάκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουλάκι < πουλί + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουλάκι ουδέτερο

  1. μικρό σε μέγεθος ή σε ηλικία πουλί

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (το) πουλάκι μου:
    1. (οικείο) εκφραση που δείχνει τρυφερότητα και στοργή συνήθως απευθυνόμενοι σε μικρά παιδιά
      που κρύβεται το πουλάκι μου;
    2. (ειρωνικό) έκφραση που δείχνει ότι ανακαλύψαμε κάτι που έχει κάνει ο άλλος, συνήθως επιλήψιμο ή αναπάντεχο
      (α, το ή βρε το ή σκέτο) πουλάκι μου, εδώ είσαι κρυμμένος τόσην ώρα;
  • (να, κοίτα, τώρα θα βγει) το πουλάκι: συνήθως για μικρά παιδιά, μπροστά στη φωτογραφική μηχανή, ώστε να χαμογελάσουν, αντίστοιχο του ο νονός
  • μου (το) είπε ένα (ή κάποιο) πουλάκι: από κάπου το έμαθα, κάποιος με πληροφόρησε
  • τρία πουλάκια κάθονται...: για να δηλώσουμε ότι το θέμα είναι άσχετο, άλλο συζητάμε
  • τα μάτια μου κάνουν πουλάκια: (ειρωνικό) σαν ειρωνική ερώτηση όταν δούμε κάποιον ή κάτι που δεν το περιμέναμε
    τα μάτια μου κάνουν πουλάκια ή άρχισες, επιτέλους, να διαβάζεις τα μαθήματά σου;

Μεταφράσεις[επεξεργασία]