πουλημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πουλημένος πουλημένη πουλημένο
γενική πουλημένου πουλημένης πουλημένου
αιτιατική πουλημένο πουλημένη πουλημένο
κλητική πουλημένε πουλημένη πουλημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πουλημένοι πουλημένες πουλημένα
γενική πουλημένων πουλημένων πουλημένων
αιτιατική πουλημένους πουλημένες πουλημένα
κλητική πουλημένοι πουλημένες πουλημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουλημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πουλώ

Μετοχή[επεξεργασία]

πουλημένος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που έχει πωληθεί
    Άλλες μορφές: πωλημένος
  2. (μεταφορικά) που έχει εξαγοραστεί ή που έχει για άλλους λόγους προδώσει έναν κοινό σκοπό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]