πουλλίν
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πουλλίν < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πουλλίν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πουλλίν ουδέτερο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πουλλίν - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πουλλίν < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πουλλίον, σπάνια μορφή του πουλίον
(Χρειάζεται τεκμηρίωση η αναφορά του Κριαρά: δε βρεθηκε στο ΛΟΓΕΙΟΝ)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- άλλη μορφή του πουλί / πουλίν
- άλλες μορφές: πωλίν
Πηγές
[επεξεργασία]- πουλί σελίδες 271-272, Τόμος 17 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κυπριακά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κυπριακά)
- Κυπριακά
- Ουσιαστικά (κυπριακά)
- Ζωολογία (κυπριακά)
- Σπάνιες σημασίες όρων (κυπριακά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)