Μετάβαση στο περιεχόμενο

πουλλίν

Από Βικιλεξικό

Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πουλλίν < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πουλλίν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πουλλίν ουδέτερο

  1. (ζωολογία) το πουλί, πτηνό
  2. (σπάνιο) το σμήνος μελισσών

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πουλλίν < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πουλλίον, σπάνια μορφή του πουλίον

(Χρειάζεται τεκμηρίωση η αναφορά του Κριαρά: δε βρεθηκε στο ΛΟΓΕΙΟΝ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]