πουντιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουντιάζω < πούντα < ιταλική punta

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πουντιάζω

  1. (αμετάβατο) παθαίνω πνευμονικό κρυολόγημα
  2. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να πάθει κρυολόγημα

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]