πουρί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πούρι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουρί πουριά
γενική πουριού πουριών
αιτιατική πουρί πουριά
κλητική πουρί πουριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουρί < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουρί ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) πωρόλιθος
  2. λεπτό και μαλακό στρώμα βρωμιάς η οποία έχει κατακαθίσει επάνω σε κάποιο αντικείμενο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]