πουριτανός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πουριτανός αρσενικό (θηλυκό πουριτανή)
- (θρησκεία, ιστορία) το μέλος της θρησκευτικής κίνησης που εκδηλώθηκε από την Προτεσταντική Εκκλησία κατά το 16ο και 17ο αιώνα, η οποία έθετε το αίτημα της εκκαθάρισης της Αγγλικανικής Εκκλησίας από ρωμαιοκαθολικά στοιχεία (π.χ. το θεσμό των επισκόπων) και προωθούσε μεγάλη αυστηρότητα στα ήθη
- (μεταφορικά) ο άνθρωπος με υπερβολικά αυστηρές και κάθετες ηθικές αρχές τις οποίες, συνήθως, υπερασπίζεται υποκριτικά
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πουριτανός
- ↑ πουριτανός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ πουριτανός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)