πουστιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουστιά πουστιές
γενική πουστιάς πουστιών
αιτιατική πουστιά πουστιές
κλητική πουστιά πουστιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουστιά < πούστης + -ιά < τουρκική puşt < περσική پشت (pošt: πίσω, πισινός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pu.ˈstça/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουστιά θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. μας έπαιξε μεγάλη πουστιά