πουτάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουτάνα πουτάνες
γενική πουτάνας
αιτιατική πουτάνα πουτάνες
κλητική πουτάνα πουτάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουτάνα < ιταλική puttana < λατινική putta (πόρνη) < puta (κορίτσι) < puer < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pu-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pu.ˈta.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουτάνα θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (χυδαίο) γίνεται της πουτάναςβλέπε έκφραση: χαλάει ο κόσμος
  • (χυδαίο) πουτάνα όλαβλέπε έκφραση: πανικός
  • γαμώ την πουτανα μου {χυδαια εκφραση ενδειξης αγανακτησης και θυμου}
  • θα την γαμήσω την πουτάνα: (μεταφορικά) θα την κάνω να πληρώσει ακριβά/ κυριολεκτικά: θα συνεβρεθώ μαζί της/του
  • παλιοπουτάνα {βρισια}
  • πουτανόσπερμα ουδέτερο άνθρωπος που προέρχεται απο μάνα ιερόδουλη/ρατσιστικός και ασεβής χαρακτηρισμός/ (μειωτικό) κυρίως μη κυριολεκτικής χρήσης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]