πουτανιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουτανιά πουτανιές
γενική πουτανιάς πουτανιών
αιτιατική πουτανιά πουτανιές
κλητική πουτανιά πουτανιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πουτανιά < πουτάνα + -ιά < ιταλική puttana < λατινική putta (πόρνη) < puta (κορίτσι) < puer < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pu-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουτανιά θηλυκό

  1. η συμπεριφορά της πουτάνας
  2. (κατ’ επέκταση) (προφορικό) τρόπος συμπεριφοράς με κύριο γνώρισμα την πονηριά ή ακόμη κι άλλα αθέμιτα μέσα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πονηριά, κομπίνα, μπινιά, καριολιά

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στην πουτάνα πουτανιές;: πας να μου τη φέρεις με τρόπο που ήδη ξέρω;

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]