πούς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική πούς πόδε πόδες
Γενική ποδός ποδοῖν ποδῶν
Δοτική ποδί ποδοῖν ποσί(ν)
Αιτιατική πόδ πόδε πόδᾰς
Κλητική πούς πόδε πόδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πούς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pṓds. Συγγενές με τα (λατινικά) pes, (αγγλοσαξονικά) fot και (αγγλικά) foot

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πούς αρσενικό

  1. πόδι, το μέρος του σώματος
  2. το κάτω μέρος του σώματος
  3. οι πρόποδες βουνού
  4. η βάση
  5. το κατώτατο άκρο του ιστίου (συνήθως πόδες, στον πληθυντικό)
  6. το σχοινί με το οποίο χαλαρώνονται ή τεντώνονται τα ιστία, η σκότα
  7. (ποίηση) μετρικό πόδι
  8. μονάδα μέτρησης μήκους (περίπου 0,30 μ.)
  9. ο μετρικός πους: σταθερό άθροισμα συλλαβών
  10. στον πληθ. σημαίνει και τον αγώνα δρόμου και την ταχύτητα

Εκφράσεις[]

  • παρ' ποδός : για δουλειές του ποδαριού
  • παρ' ποδί και ἐν ποσί και παρά πόδα: κοντά
  • παρά πόδα : σε μια στιγμή
  • ἐκ ποδῶν και ἐκποδών : μακριά
  • κατά πόδας: από κοντά, αλλά από πίσω, ακολουθώντας, όπισθεν
  • ἐπί πόδα: προχωρώντας προς τα πίσω
  • σύν πατρός ποδί: μαζί με τον πατέρα, με τη βοήθειά του
  • ἐφ' ἑνός ποδός: μόνος
  • ἀφ' ἡσύχου ποδός: ήσυχα, στις μύτες των ποδιών
  • παρ' ποδί νηός: δίπλα στο πηδάλιο του πλοίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]