πούσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πούσι τα πούσια
      γενική του πουσιού των πουσιών
    αιτιατική το πούσι τα πούσια
     κλητική πούσι πούσια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. πούσι < τουρκική[1] [2] pus (ομίχλη) + < πρωτοτουρκική *bus
  2. πούσι < αλβανική push (πέλος, χνούδι) + < πρωτοαλβανική *puša < *puksja < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pewk-
  3. πούσι < αλβανική pus (πηγάδι) + < λατινική puteus

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpusi/
συλλαβισμός: πού‐σι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πούσι ουδέτερο

  1. (σπάνιο) (ποιητικός τύπος) αχλή, καταχνιά, ομίχλη[1] [2]
    Έπεσε το πούσι αποβραδίς, / το καραβοφάναρο χαμένο, / κ’ έφτασες, χωρίς να σε προσμένω, / μες στην τιμονιέρα να με δεις. (Νίκος Καββαδίας, Το πούσι)
  2. (σπάνιο) οι ξερές πευκοβελόνες[2]
    Στην Ελλάδα όμως, με τις πιο μεγάλες και πλούσιες εκτάσεις που έχουμε, τα φύλλα που πέφτουν κάτω, όπως το πούσι παραδείγματος χάριν του πεύκου, είναι πολλά και, αν πέσει μια καψαλήθρα ή αν κάποιος πετάξει ένα τσιγάρο, αρπάζει όλο το δάσος. (εφ. Το Βήμα, 25.10.2013)
  3. (παρωχημένο) πηγάδι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 «πούσι» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.