πούτσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πούτσα < τουρκική puç ή ιταλική puzzo[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό

πούτσα θηλυκό

  1. (χυδαίο) το πέος
    το μυαλό του το έχει στην πούτσα του
  2. (αργκό) (μεταφορικά) η ήττα, ο εξευτελισμός
    φάγατε μεγάλη πούτσα χθες

Συνώνυμα

Ταυτόσημο

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Εκφράσεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις