Μετάβαση στο περιεχόμενο

πούτσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πούτσα οι πούτσες
      γενική της πούτσας των πουτσών
    αιτιατική την πούτσα τις πούτσες
     κλητική πούτσα πούτσες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

πούτσα < τουρκική puç (σχισμή ανάμεσα στους γλουτούς) + ή ιταλική puzza (βρόμα)[1].

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈpu.t͡sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πούτσα

Ουσιαστικό

πούτσα θηλυκό

  1. (χυδαίο) το πέος
    παράδειγμα Το μυαλό του το έχει στην πούτσα του.
  2. (αργκό, μεταφορικά) η ήττα, ο εξευτελισμός
    παράδειγμα Φάγατε μεγάλη πούτσα χθες.

Άλλες μορφές

Συνώνυμα

Εκφράσεις

Σύνθετα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Αναφορές

Πηγές

  • πούτσα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
  • πούτσος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)