πούττος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πούττος < αρχ. βύττος = γυναικείο αιδίον

Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς "βύττος· γυναικὸς αἰδοῖον"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πούττος αρσενικό

  1. (κυπριακή διάλεκτος) κοιλότητα των γυναικείων γεννητικών οργάνων, ο κόλπος
  2. (κυπριακή διάλεκτος) ο δειλός (σκωπτικά)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]