Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποῦσκα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ποῦσκ αἱ ποῦσκαι
      γενική τῆς πούσκης τῶν πουσκῶν
      δοτική τῇ πούσκ ταῖς πούσκαις
    αιτιατική τὴν ποῦσκᾰν τὰς πούσκᾱς
     κλητική ! ποῦσκ ποῦσκαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πούσκ
γεν-δοτ τοῖν  πούσκαιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'γλῶσσα' όπως «γλῶσσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποῦσκα < (άμεσο δάνειο) λατινική pūsca < pōsca[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποῦσκα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette.