ποῦσκα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ποῦσκᾰ | αἱ | ποῦσκαι | ||||
| γενική | τῆς | πούσκης | τῶν | πουσκῶν | ||||
| δοτική | τῇ | πούσκῃ | ταῖς | πούσκαις | ||||
| αιτιατική | τὴν | ποῦσκᾰν | τὰς | πούσκᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | ποῦσκᾰ | ποῦσκαι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πούσκᾱ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | πούσκαιν | ||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'γλῶσσα' όπως «γλῶσσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποῦσκα < (άμεσο δάνειο) λατινική pūsca < pōsca[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποῦσκα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- άλλη μορφή του φοῦσκα
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette.
Πηγές
[επεξεργασία]- Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette.
- ποῦσκα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γλῶσσα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'γλῶσσα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γλῶσσα' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπερισπώμενα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπερισπώμενες (ελληνιστική κοινή)
- Δάνεια από τα λατινικά (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)