πράκτωρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική πράκτωρ πράκτορες
Γενική πράκτορος πρακτόρων
Δοτική πράκτορι πράκτορσι
Αιτιατική πράκτορα πράκτορας
Κλητική πρᾶκτορ πράκτορες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράκτωρ < πράττω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πράκτωρ αρσενικό

(ποιητικός τύπος του πρηκτήρ)
  1. αυτός που πράττει, που εκτελεί κάτι
  2. εργάτης, εργαζόμενος
  3. φοροεισπράκτορας
  4. που απαιτεί την πληρωμή
  5. (κατ' επέκταση) τιμωρός, εκδικητής