πράξει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

πράξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πράττω
  2. θα πράξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πράττω
  3. να πράξει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πράττω

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]